托卵
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φωλεοπαρασιτισμός (η εναπόθεση αυγών στη φωλιά άλλου πτηνού, όπως συμβαίνει με τον κούκο κ.ά.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 托卵する
- Παρόν (ευγενικό)
- 托卵します
- Άρνηση (απλή)
- 托卵しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 托卵しません
- Παρελθόν (απλό)
- 托卵した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 托卵しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 托卵しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 托卵しませんでした
- Τε-μορφή
- 托卵して
- Δυνητική
- 托卵できる
- Προστακτική
- 托卵しろ
- Βουλητική
- 托卵しよう
- Υποθετική (ば)
- 托卵すれば
- Υποθετική (たら)
- 托卵したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 托卵したい
- Απαγορευτική (~な)
- 托卵するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 托卵しなさい
- Παθητική
- 托卵される
- Αιτιατική
- 托卵させる