しご

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: こく

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα περνώ ανάμεσα από τα δάχτυλα, χαϊδεύω (π.χ. γενειάδα)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εξαντλώ κάποιον με σκληρή δουλειά
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα αυνανίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
扱く
Παρόν (ευγενικό)
扱きます
Άρνηση (απλή)
扱かない
Άρνηση (ευγενική)
扱きません
Παρελθόν (απλό)
扱いた
Παρελθόν (ευγενικό)
扱きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
扱かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
扱きませんでした
Τε-μορφή
扱いて
Δυνητική
扱ける
Προστακτική
扱け
Βουλητική
扱こう
Υποθετική (ば)
扱けば