いく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανατροφή (παιδιών)

Κλίση

Παρόν (απλό)
扶育する
Παρόν (ευγενικό)
扶育します
Άρνηση (απλή)
扶育しない
Άρνηση (ευγενική)
扶育しません
Παρελθόν (απλό)
扶育した
Παρελθόν (ευγενικό)
扶育しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
扶育しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
扶育しませんでした
Τε-μορφή
扶育して
Δυνητική
扶育できる
Προστακτική
扶育しろ
Βουλητική
扶育しよう
Υποθετική (ば)
扶育すれば