せい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κριτική και διόρθωση, σχολιασμός και διόρθωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
批正する
Παρόν (ευγενικό)
批正します
Άρνηση (απλή)
批正しない
Άρνηση (ευγενική)
批正しません
Παρελθόν (απλό)
批正した
Παρελθόν (ευγενικό)
批正しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
批正しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
批正しませんでした
Τε-μορφή
批正して
Δυνητική
批正できる
Προστακτική
批正しろ
Βουλητική
批正しよう
Υποθετική (ば)
批正すれば