ひょう

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κριτική, αναθεώρηση, σχολιασμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
批評する
Παρόν (ευγενικό)
批評します
Άρνηση (απλή)
批評しない
Άρνηση (ευγενική)
批評しません
Παρελθόν (απλό)
批評した
Παρελθόν (ευγενικό)
批評しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
批評しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
批評しませんでした
Τε-μορφή
批評して
Δυνητική
批評できる
Προστακτική
批評しろ
Βουλητική
批評しよう
Υποθετική (ば)
批評すれば