やくする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διοικώ, κυριαρχώ
  2. 02 εμποδίζω, παρακωλύω
  3. 03 σφίγγω, κρατώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
扼する
Παρόν (ευγενικό)
扼します
Άρνηση (απλή)
扼しない
Άρνηση (ευγενική)
扼しません
Παρελθόν (απλό)
扼した
Παρελθόν (ευγενικό)
扼しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
扼しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
扼しませんでした
Τε-μορφή
扼して
Δυνητική
扼できる
Προστακτική
扼しろ
Βουλητική
扼しよう
Υποθετική (ば)
扼すれば