しん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατέχω θεϊκή δεξιότητα

Κλίση

Παρόν (απλό)
技神に入る
Παρόν (ευγενικό)
技神に入ります
Άρνηση (απλή)
技神に入らない
Άρνηση (ευγενική)
技神に入りません
Παρελθόν (απλό)
技神に入った
Παρελθόν (ευγενικό)
技神に入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
技神に入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
技神に入りませんでした
Τε-μορφή
技神に入って
Δυνητική
技神に入れる
Προστακτική
技神に入れ
Βουλητική
技神に入ろう
Υποθετική (ば)
技神に入れば