投げ出す
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ρίχνω κάτω, πετάω έξω, τεντώνω τα πόδια μου
- 02 εγκαταλείπω, παραιτούμαι
- 03 δίνω ελεύθερα, δίνω γενναιόδωρα, θυσιάζω (π.χ. τη ζωή μου)
- 04 αρχίζω να ρίχνω
Παραδείγματα
-
足を投げ出す。
Απλώνω τα πόδια μου.
-
途中で仕事を投げ出してはいけません。
Δεν πρέπει να παρατάς τη δουλειά σου στη μέση.
-
困難に直面しても、決して夢を投げ出さないと心に誓った。
Ακόμα κι αν αντιμετωπίσω δυσκολίες, ορκίστηκα στον εαυτό μου να μην εγκαταλείψω ποτέ τα όνειρά μου.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 投げ出す
- Παρόν (ευγενικό)
- 投げ出します
- Άρνηση (απλή)
- 投げ出さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 投げ出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 投げ出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 投げ出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 投げ出さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 投げ出しませんでした
- Τε-μορφή
- 投げ出して
- Δυνητική
- 投げ出せる
- Προστακτική
- 投げ出せ
- Βουλητική
- 投げ出そう
- Υποθετική (ば)
- 投げ出せば
- Υποθετική (たら)
- 投げ出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 投げ出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 投げ出すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 投げ出しなさい
- Παθητική
- 投げ出される
- Αιτιατική
- 投げ出させる