とうずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρίχνω, εκσφενδονίζω (π.χ. ψήφο, φως, σκιά)
  2. 02 αφοσιώνομαι (π.χ. σε έναν σκοπό)
  3. 03 επενδύω, βάζω μέσα
  4. 04 χορηγώ (φάρμακο), δίνω
  5. 05 παραδίνομαι
  6. 06 εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ πλήρως
  7. 07 ταιριάζω καλά με, εναρμονίζομαι με
  8. 08 διαμένω (σε κατάλυμα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
投ずる
Παρόν (ευγενικό)
投ずます
Άρνηση (απλή)
投ずない
Άρνηση (ευγενική)
投ずません
Παρελθόν (απλό)
投ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
投ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
投ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
投ずませんでした
Τε-μορφή
投ずて
Δυνητική
投ずられる
Προστακτική
投ずろ
Βουλητική
投ずよう
Υποθετική (ば)
投ずれば