投とう与よ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χορήγηση φαρμάκου, δίνω φάρμακο

Παραδείγματα

  • 薬くすりを投与とうよします。

    Θα χορηγήσω το φάρμακο.

  • 医者いしゃが患者かんじゃに薬くすりを投与とうよしました。

    Ο γιατρός χορήγησε το φάρμακο στον ασθενή.

  • 医師いしの指示しじなく、勝手かってに薬くすりの投与量とうよりょうを変更へんこうしてはいけません。

    Δεν πρέπει να αλλάζετε αυθαίρετα τη δοσολογία του φαρμάκου χωρίς τις οδηγίες του γιατρού.

Κλίση

Παρόν (απλό)
投与する
Παρόν (ευγενικό)
投与します
Άρνηση (απλή)
投与しない
Άρνηση (ευγενική)
投与しません
Παρελθόν (απλό)
投与した
Παρελθόν (ευγενικό)
投与しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
投与しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
投与しませんでした
Τε-μορφή
投与して
Δυνητική
投与できる
Προστακτική
投与しろ
Βουλητική
投与しよう
Υποθετική (ば)
投与すれば