投書
ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιστολή (π.χ. παραπόνων), γράμμα προς τον εκδότη, επιστολή αναγνώστη
- 02 συνεισφορά (σε εφημερίδα, περιοδικό, κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 投書する
- Παρόν (ευγενικό)
- 投書します
- Άρνηση (απλή)
- 投書しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 投書しません
- Παρελθόν (απλό)
- 投書した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 投書しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 投書しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 投書しませんでした
- Τε-μορφή
- 投書して
- Δυνητική
- 投書できる
- Προστακτική
- 投書しろ
- Βουλητική
- 投書しよう
- Υποθετική (ば)
- 投書すれば
- Υποθετική (たら)
- 投書したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 投書したい
- Απαγορευτική (~な)
- 投書するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 投書しなさい
- Παθητική
- 投書される
- Αιτιατική
- 投書させる