とうせき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρίψη πέτρας
  2. 02 πέτρα (για ρίψη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
投石する
Παρόν (ευγενικό)
投石します
Άρνηση (απλή)
投石しない
Άρνηση (ευγενική)
投石しません
Παρελθόν (απλό)
投石した
Παρελθόν (ευγενικό)
投石しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
投石しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
投石しませんでした
Τε-μορφή
投石して
Δυνητική
投石できる
Προστακτική
投石しろ
Βουλητική
投石しよう
Υποθετική (ば)
投石すれば