抗あらがう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντιμάχομαι, αντιστέκομαι, εναντιώνομαι, αρνούμαι

Παραδείγματα

  • 眠気ねむけに抗あらがう。

    Αντιστέκομαι στη νύστα.

  • 時代じだいの変化へんかに抗あらがうことはできない。

    Δεν γίνεται να αντισταθείς στις αλλαγές των καιρών.

  • 自分じぶんの運命うんめいに抗あらがうかのように、彼かれは困難こんなんな状況じょうきょうでも諦あきらめなかった。

    Λες και αντιστεκόταν στη μοίρα του, δεν παράτησε τον αγώνα ακόμα και σε δύσκολες καταστάσεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
抗う
Παρόν (ευγενικό)
抗います
Άρνηση (απλή)
抗わない
Άρνηση (ευγενική)
抗いません
Παρελθόν (απλό)
抗った
Παρελθόν (ευγενικό)
抗いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
抗わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
抗いませんでした
Τε-μορφή
抗って
Δυνητική
抗える
Προστακτική
抗え
Βουλητική
抗おう
Υποθετική (ば)
抗えば