こうしがたい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακατανίκητος, ακαταμάχητος
  2. 02 συντριπτικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
抗しがたい
Παρόν (ευγενικό)
抗しがたいです
Άρνηση (απλή)
抗しがたくない
Άρνηση (ευγενική)
抗しがたくないです
Παρελθόν (απλό)
抗しがたかった
Παρελθόν (ευγενικό)
抗しがたかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
抗しがたくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
抗しがたくなかったです
Τε-μορφή
抗しがたくて
Υποθετική (ば)
抗しがたければ