りたたむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διπλώνω, αναδιπλώνω σε στρώσεις
  2. 02 συμπτύσσω (περιεχόμενο σε ιστοσελίδα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
折りたたむ
Παρόν (ευγενικό)
折りたたみます
Άρνηση (απλή)
折りたたまない
Άρνηση (ευγενική)
折りたたみません
Παρελθόν (απλό)
折りたたんだ
Παρελθόν (ευγενικό)
折りたたみました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
折りたたまなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
折りたたみませんでした
Τε-μορφή
折りたたんで
Δυνητική
折りたためる
Προστακτική
折りたため
Βουλητική
折りたたもう
Υποθετική (ば)
折りたためば