ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διπλώνω προς τα μέσα, ενσωματώνω
  2. 02 παρεμβάλλω (π.χ. ένα φυλλάδιο σε μια εφημερίδα)
  3. 03 συνυπολογίζω (ειδήσεις, ρίσκο, αποτέλεσμα κ.ά.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
折り込む
Παρόν (ευγενικό)
折り込みます
Άρνηση (απλή)
折り込まない
Άρνηση (ευγενική)
折り込みません
Παρελθόν (απλό)
折り込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
折り込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
折り込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
折り込みませんでした
Τε-μορφή
折り込んで
Δυνητική
折り込める
Προστακτική
折り込め
Βουλητική
折り込もう
Υποθετική (ば)
折り込めば