折おる

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάω, θραύω, αποκόπτω, κόβω (π.χ. λουλούδια)
  2. 02 διπλώνω, λυγίζω, κάμπτω
  3. 03 φτιάχνω (οριγκάμι)
  4. 04 διακόπτω, τελειώνω

Παραδείγματα

  • 紙かみを折おります。

    Διπλώνω το χαρτί.

  • わたしは鶴つるを折おることができます。

    Μπορώ να φτιάξω έναν γερανό (origami).

  • 彼かれはどんな困難こんなんにも心こころを折おることなく、目標もくひょうを達成たっせいしました。

    Αυτός, χωρίς να τον λυγίσει καμία δυσκολία, πέτυχε τον στόχο του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
折る
Παρόν (ευγενικό)
折ります
Άρνηση (απλή)
折らない
Άρνηση (ευγενική)
折りません
Παρελθόν (απλό)
折った
Παρελθόν (ευγενικό)
折りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
折らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
折りませんでした
Τε-μορφή
折って
Δυνητική
折れる
Προστακτική
折れ
Βουλητική
折ろう
Υποθετική (ば)
折れば