れる

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάω, θραύομαι
  2. 02 διπλώνομαι, τσακίζομαι
  3. 03 υποχωρώ, ενδίδω, υποτάσσομαι
  4. 04 στρίβω (μια γωνία)

Παραδείγματα

  • えだれる

    Το κλαδί σπάει.

  • 試合しあいけて、こころれた

    Έχασα τον αγώνα και μου έπεσε το ηθικό.

  • いくら説得せっとくしても、かれ意志いしけっしてれなかった

    Όσο κι αν προσπάθησα να τον πείσω, δεν υποχώρησε ποτέ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
折れる
Παρόν (ευγενικό)
折れます
Άρνηση (απλή)
折れない
Άρνηση (ευγενική)
折れません
Παρελθόν (απλό)
折れた
Παρελθόν (ευγενικό)
折れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
折れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
折れませんでした
Τε-μορφή
折れて
Δυνητική
折れられる
Προστακτική
折れろ
Βουλητική
折れよう
Υποθετική (ば)
折れれば