せっかん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σωματική τιμωρία, ξυλοδαρμός, χαστούκισμα, ξύλο
  2. 02 αυστηρή επίπληξη, τιμωρία, πειθαρχία

Κλίση

Παρόν (απλό)
折檻する
Παρόν (ευγενικό)
折檻します
Άρνηση (απλή)
折檻しない
Άρνηση (ευγενική)
折檻しません
Παρελθόν (απλό)
折檻した
Παρελθόν (ευγενικό)
折檻しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
折檻しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
折檻しませんでした
Τε-μορφή
折檻して
Δυνητική
折檻できる
Προστακτική
折檻しろ
Βουλητική
折檻しよう
Υποθετική (ば)
折檻すれば