きん

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπερέχω, ξεπερνώ, διακρίνομαι, υπερτερώ, ξεχωρίζω, είμαι εξαιρετικός, είμαι προεξάρχων
  2. 02 υψώνομαι πάνω από (το γύρω τοπίο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
抜きん出る
Παρόν (ευγενικό)
抜きん出ます
Άρνηση (απλή)
抜きん出ない
Άρνηση (ευγενική)
抜きん出ません
Παρελθόν (απλό)
抜きん出た
Παρελθόν (ευγενικό)
抜きん出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
抜きん出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
抜きん出ませんでした
Τε-μορφή
抜きん出て
Δυνητική
抜きん出られる
Προστακτική
抜きん出ろ
Βουλητική
抜きん出よう
Υποθετική (ば)
抜きん出れば