ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γλιστρώ έξω, αποχωρώ κρυφά
  2. 02 ξεχωρίζω, υπερέχω

Κλίση

Παρόν (απλό)
抜け出る
Παρόν (ευγενικό)
抜け出ます
Άρνηση (απλή)
抜け出ない
Άρνηση (ευγενική)
抜け出ません
Παρελθόν (απλό)
抜け出た
Παρελθόν (ευγενικό)
抜け出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
抜け出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
抜け出ませんでした
Τε-μορφή
抜け出て
Δυνητική
抜け出られる
Προστακτική
抜け出ろ
Βουλητική
抜け出よう
Υποθετική (ば)
抜け出れば