まい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσκύνημα στο Μεγάλο Ιερό της Ίσε χωρίς ταξιδιωτική άδεια ή συγκατάθεση από γονείς ή συγγενείς (περίοδος Έντο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
抜け参りする
Παρόν (ευγενικό)
抜け参りします
Άρνηση (απλή)
抜け参りしない
Άρνηση (ευγενική)
抜け参りしません
Παρελθόν (απλό)
抜け参りした
Παρελθόν (ευγενικό)
抜け参りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
抜け参りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
抜け参りしませんでした
Τε-μορφή
抜け参りして
Δυνητική
抜け参りできる
Προστακτική
抜け参りしろ
Βουλητική
抜け参りしよう
Υποθετική (ば)
抜け参りすれば