επίρρημα, ουσιαστικό, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αναίσχυντα, ξεδιάντροπα, θρασύτατα, προκλητικά, ατάραχα, αδιάντροπα
  2. 02 εναλλάξ νίκες και ήττες, μέρα παρά μέρα
  3. 03 αρχαϊκό ανόητα, αφελώς, αστόχαστα
  4. 04 αρχαϊκό κρυφή διαφυγή, ύπουλη αποχώρηση