抜ぬけ落おちる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πέφτω, βγαίνω (π.χ. μαλλιά), καταρρέω (π.χ. κτίριο, πάτωμα)
  2. 02 παραλείπομαι, λείπω

Παραδείγματα

  • 髪の毛かみのけが抜ぬけ落おちる。

    Τα μαλλιά πέφτουν.

  • 古ふるい建物たてものの床ゆかが抜ぬけ落おちた。

    Το πάτωμα του παλιού κτιρίου κατέρρευσε.

  • 提出書類ていしゅつしょるいに必要ひつような情報じょうほうがいくつか抜ぬけ落おちていたため、再提出さいていしゅつを求もとめられた。

    Κάποιες απαραίτητες πληροφορίες έλειπαν από τα υποβληθέντα έγγραφα, οπότε μου ζητήθηκε να τα υποβάλω ξανά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
抜け落ちる
Παρόν (ευγενικό)
抜け落ちます
Άρνηση (απλή)
抜け落ちない
Άρνηση (ευγενική)
抜け落ちません
Παρελθόν (απλό)
抜け落ちた
Παρελθόν (ευγενικό)
抜け落ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
抜け落ちなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
抜け落ちませんでした
Τε-μορφή
抜け落ちて
Δυνητική
抜け落ちられる
Προστακτική
抜け落ちろ
Βουλητική
抜け落ちよう
Υποθετική (ば)
抜け落ちれば