抜港
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παράλειψη λιμένα (λόγω κακοκαιρίας κ.λπ.), ακύρωση προγραμματισμένης προσέγγισης σε λιμάνι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 抜港する
- Παρόν (ευγενικό)
- 抜港します
- Άρνηση (απλή)
- 抜港しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 抜港しません
- Παρελθόν (απλό)
- 抜港した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 抜港しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 抜港しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 抜港しませんでした
- Τε-μορφή
- 抜港して
- Δυνητική
- 抜港できる
- Προστακτική
- 抜港しろ
- Βουλητική
- 抜港しよう
- Υποθετική (ば)
- 抜港すれば
- Υποθετική (たら)
- 抜港したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 抜港したい
- Απαγορευτική (~な)
- 抜港するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 抜港しなさい
- Παθητική
- 抜港される
- Αιτιατική
- 抜港させる