ばっこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παράλειψη λιμένα (λόγω κακοκαιρίας κ.λπ.), ακύρωση προγραμματισμένης προσέγγισης σε λιμάνι

Κλίση

Παρόν (απλό)
抜港する
Παρόν (ευγενικό)
抜港します
Άρνηση (απλή)
抜港しない
Άρνηση (ευγενική)
抜港しません
Παρελθόν (απλό)
抜港した
Παρελθόν (ευγενικό)
抜港しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
抜港しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
抜港しませんでした
Τε-μορφή
抜港して
Δυνητική
抜港できる
Προστακτική
抜港しろ
Βουλητική
抜港しよう
Υποθετική (ば)
抜港すれば