ばっせん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποσύνδεση καλωδίου ή συσκευής
  2. 02 γραμμή κοπής (στην κατασκευή αμαξώματος οχημάτων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
抜線する
Παρόν (ευγενικό)
抜線します
Άρνηση (απλή)
抜線しない
Άρνηση (ευγενική)
抜線しません
Παρελθόν (απλό)
抜線した
Παρελθόν (ευγενικό)
抜線しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
抜線しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
抜線しませんでした
Τε-μορφή
抜線して
Δυνητική
抜線できる
Προστακτική
抜線しろ
Βουλητική
抜線しよう
Υποθετική (ば)
抜線すれば