ひら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανοίγω, ξεδιπλώνω, απλώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
披く
Παρόν (ευγενικό)
披きます
Άρνηση (απλή)
披かない
Άρνηση (ευγενική)
披きません
Παρελθόν (απλό)
披いた
Παρελθόν (ευγενικό)
披きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
披かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
披きませんでした
Τε-μορφή
披いて
Δυνητική
披ける
Προστακτική
披け
Βουλητική
披こう
Υποθετική (ば)
披けば