こう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρουσίαση ποιημάτων σε λογοτεχνική συνάθροιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
披講する
Παρόν (ευγενικό)
披講します
Άρνηση (απλή)
披講しない
Άρνηση (ευγενική)
披講しません
Παρελθόν (απλό)
披講した
Παρελθόν (ευγενικό)
披講しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
披講しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
披講しませんでした
Τε-μορφή
披講して
Δυνητική
披講できる
Προστακτική
披講しろ
Βουλητική
披講しよう
Υποθετική (ば)
披講すれば