抱かかえる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατώ στην αγκαλιά μου, μεταφέρω στην αγκαλιά μου, κρατώ κάτω από τη μασχάλη μου, κρατώ (το κεφάλι μου) στα χέρια μου
  2. 02 έχω (προβλήματα, χρέη κ.λπ.), αναλαμβάνω (μια ευθύνη), επιφορτίζομαι με (π.χ. τη φροντίδα ενός μέλους της οικογένειας), έχω (παιδιά κ.λπ.) να συντηρήσω
  3. 03 απασχολώ, έχω (στο προσωπικό μου), προσλαμβάνω

Παραδείγματα

  • 猫ねこを抱かかえる。

    Κρατάω μια γάτα.

  • 彼女かのじょは多おおくの問題もんだいを抱かかえています。

    Αυτή αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα.

  • 当社とうしゃは現在げんざい、人手不足ひとでぶそくという大おおきな課題かだいを抱かかえています。

    Η εταιρεία μας αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή μια μεγάλη πρόκληση, αυτή της έλλειψης προσωπικού.

Κλίση

Παρόν (απλό)
抱える
Παρόν (ευγενικό)
抱えます
Άρνηση (απλή)
抱えない
Άρνηση (ευγενική)
抱えません
Παρελθόν (απλό)
抱えた
Παρελθόν (ευγενικό)
抱えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
抱えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
抱えませんでした
Τε-μορφή
抱えて
Δυνητική
抱えられる
Προστακτική
抱えろ
Βουλητική
抱えよう
Υποθετική (ば)
抱えれば