げる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σηκώνω κάποιον αγκαλιά

Παραδείγματα

  • どもをげる

    Σηκώνω το παιδί αγκαλιά.

  • 彼女かのじょいているあかぼうをそっとげた

    Αυτή σήκωσε απαλά το κλαμένο μωρό αγκαλιά.

  • つかれてねむってしまったおさなむすめ父親ちちおややさしくげ、ベッドまではこんだ。

    Ο πατέρας σήκωσε απαλά την κουρασμένη και κοιμισμένη μικρή του κόρη αγκαλιά και την μετέφερε στο κρεβάτι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
抱き上げる
Παρόν (ευγενικό)
抱き上げます
Άρνηση (απλή)
抱き上げない
Άρνηση (ευγενική)
抱き上げません
Παρελθόν (απλό)
抱き上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
抱き上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
抱き上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
抱き上げませんでした
Τε-μορφή
抱き上げて
Δυνητική
抱き上げられる
Προστακτική
抱き上げろ
Βουλητική
抱き上げよう
Υποθετική (ば)
抱き上げれば