わせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναγκάζω να αγκαλιαστούν, συνδυάζω, ενώνω
  2. 02 πουλάω προϊόντα με μεγάλη ζήτηση μαζί με προϊόντα με μικρή ζήτηση ως πακέτο

Κλίση

Παρόν (απλό)
抱き合わせる
Παρόν (ευγενικό)
抱き合わせます
Άρνηση (απλή)
抱き合わせない
Άρνηση (ευγενική)
抱き合わせません
Παρελθόν (απλό)
抱き合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
抱き合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
抱き合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
抱き合わせませんでした
Τε-μορφή
抱き合わせて
Δυνητική
抱き合わせられる
Προστακτική
抱き合わせろ
Βουλητική
抱き合わせよう
Υποθετική (ば)
抱き合わせれば