抱だき寄よせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγκαλιάζω, παίρνω στην αγκαλιά μου, τραβώ κοντά μου, φέρνω κοντά (π.χ. στο στήθος μου)

Παραδείγματα

  • 母ははが子供こどもを抱だき寄よせます。

    Η μαμά αγκαλιάζει το παιδί.

  • 彼女かのじょは不安ふあんそうな彼かれをそっと抱だき寄よせた。

    Τον τράβηξε απαλά κοντά της, γιατί φαινόταν ανήσυχος.

  • 長ながい一日いちにちの終おわりに、疲つかれ果はてた妻つまを優やさしく抱だき寄よせて、今日きょうの出来事できごとを聞きいてあげた。

    Στο τέλος μιας κουραστικής μέρας, αγκάλιασα τρυφερά την εξαντλημένη σύζυγό μου και άκουσα όσα της συνέβησαν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
抱き寄せる
Παρόν (ευγενικό)
抱き寄せます
Άρνηση (απλή)
抱き寄せない
Άρνηση (ευγενική)
抱き寄せません
Παρελθόν (απλό)
抱き寄せた
Παρελθόν (ευγενικό)
抱き寄せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
抱き寄せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
抱き寄せませんでした
Τε-μορφή
抱き寄せて
Δυνητική
抱き寄せられる
Προστακτική
抱き寄せろ
Βουλητική
抱き寄せよう
Υποθετική (ば)
抱き寄せれば