押しこくる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπρώχνω με δύναμη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 押しこくる
- Παρόν (ευγενικό)
- 押しこくります
- Άρνηση (απλή)
- 押しこくらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 押しこくりません
- Παρελθόν (απλό)
- 押しこくった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 押しこくりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 押しこくらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 押しこくりませんでした
- Τε-μορφή
- 押しこくって
- Δυνητική
- 押しこくれる
- Προστακτική
- 押しこくれ
- Βουλητική
- 押しこくろう
- Υποθετική (ば)
- 押しこくれば
- Υποθετική (たら)
- 押しこくったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 押しこくりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 押しこくるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 押しこくりなさい
- Παθητική
- 押しこくられる
- Αιτιατική
- 押しこくらせる