押おし付つける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πιέζω, σπρώχνω, ωθώ (πάνω σε κάτι)
  2. 02 επιβάλλω (π.χ. καθήκον, ευθύνη, τη θέλησή μου), φορτώνω (σε κάποιον)

Παραδείγματα

  • 私わたしは彼かれにその箱はこを押おしつけました。

    Τον πίεσα να πάρει το κουτί.

  • 先生せんせいは生徒せいとたちにたくさんの宿題しゅくだいを押おしつけるべきではありません。

    Οι δάσκαλοι δεν πρέπει να φορτώνουν τους μαθητές με πολλές εργασίες.

  • 自分じぶんの意見いけんばかりを他人たにんに押おしつけるのは、あまり良よいことではありませんよ。

    Δεν είναι καθόλου καλό να επιβάλλεις συνεχώς τη δική σου γνώμη στους άλλους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
押し付ける
Παρόν (ευγενικό)
押し付けます
Άρνηση (απλή)
押し付けない
Άρνηση (ευγενική)
押し付けません
Παρελθόν (απλό)
押し付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
押し付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
押し付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
押し付けませんでした
Τε-μορφή
押し付けて
Δυνητική
押し付けられる
Προστακτική
押し付けろ
Βουλητική
押し付けよう
Υποθετική (ば)
押し付ければ