ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραμερίζω σπρώχνοντας

Κλίση

Παρόν (απλό)
押し分ける
Παρόν (ευγενικό)
押し分けます
Άρνηση (απλή)
押し分けない
Άρνηση (ευγενική)
押し分けません
Παρελθόν (απλό)
押し分けた
Παρελθόν (ευγενικό)
押し分けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
押し分けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
押し分けませんでした
Τε-μορφή
押し分けて
Δυνητική
押し分けられる
Προστακτική
押し分けろ
Βουλητική
押し分けよう
Υποθετική (ば)
押し分ければ