押おし寄よせる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ορμώ, ξεχύνομαι, προελαύνω, πλησιάζω, βαδίζω προς, επιτίθεμαι (στον εχθρό), κατακλύζω (π.χ. πλήθος, κύμα), συνεπαίρνω (π.χ. κύμα νοσταλγίας), σπεύδω προς (π.χ. την πόρτα), απωθώ

Παραδείγματα

  • 波なみが浜辺はまべに押おし寄よせる。

    Τα κύματα σκάνε στην παραλία.

  • 大勢おおぜいの人ひと々が、コンサート会場かいじょうに押おし寄よせた。

    Πολλοί άνθρωποι συνέρρευσαν στον χώρο της συναυλίας.

  • 突然とつぜん、過去かこの記憶きおくが脳裏のうりに押おし寄よせてきて、胸むねが詰つまった。

    Ξαφνικά, οι αναμνήσεις του παρελθόντος πλημμύρισαν το μυαλό μου και με έπιασε κόμπος στο λαιμό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
押し寄せる
Παρόν (ευγενικό)
押し寄せます
Άρνηση (απλή)
押し寄せない
Άρνηση (ευγενική)
押し寄せません
Παρελθόν (απλό)
押し寄せた
Παρελθόν (ευγενικό)
押し寄せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
押し寄せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
押し寄せませんでした
Τε-μορφή
押し寄せて
Δυνητική
押し寄せられる
Προστακτική
押し寄せろ
Βουλητική
押し寄せよう
Υποθετική (ば)
押し寄せれば