ひろめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαδίδω, επεκτείνω, εξαπλώνω, προπαγανδίζω
  2. 02 αναπτύσσω, επεκτείνω (π.χ. μια θεωρία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
押し広める
Παρόν (ευγενικό)
押し広めます
Άρνηση (απλή)
押し広めない
Άρνηση (ευγενική)
押し広めません
Παρελθόν (απλό)
押し広めた
Παρελθόν (ευγενικό)
押し広めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
押し広めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
押し広めませんでした
Τε-μορφή
押し広めて
Δυνητική
押し広められる
Προστακτική
押し広めろ
Βουλητική
押し広めよう
Υποθετική (ば)
押し広めれば