ころ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνθλίβω μέχρι θανάτου, συμπιέζω μέχρι θανάτου
  2. 02 καταστέλλω (γέλιο, θυμό κ.λπ.), πνίγω, υποβάλλω (τη φωνή μου), κρατώ (την αναπνοή μου)

Παραδείγματα

  • 感情かんじょうころします

    Καταπιέζω τα συναισθήματά μου.

  • 彼女かのじょきたい気持きもちをころした

    Εκείνη κατέστειλε την επιθυμία της να κλάψει.

  • おもわずそうになったわらごえを、かれ必死ひっしころした

    Εκείνος προσπάθησε απεγνωσμένα να καταστείλει το γέλιο που παραλίγο να του ξεφύγει.

Κλίση

Παρόν (απλό)
押し殺す
Παρόν (ευγενικό)
押し殺します
Άρνηση (απλή)
押し殺さない
Άρνηση (ευγενική)
押し殺しません
Παρελθόν (απλό)
押し殺した
Παρελθόν (ευγενικό)
押し殺しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
押し殺さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
押し殺しませんでした
Τε-μορφή
押し殺して
Δυνητική
押し殺せる
Προστακτική
押し殺せ
Βουλητική
押し殺そう
Υποθετική (ば)
押し殺せば