てる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στήνω, υψώνω
  2. 02 προτείνω, εκλέγω ως εκπρόσωπο
  3. 03 σπρώχνω, ωθώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
押し立てる
Παρόν (ευγενικό)
押し立てます
Άρνηση (απλή)
押し立てない
Άρνηση (ευγενική)
押し立てません
Παρελθόν (απλό)
押し立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
押し立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
押し立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
押し立てませんでした
Τε-μορφή
押し立てて
Δυνητική
押し立てられる
Προστακτική
押し立てろ
Βουλητική
押し立てよう
Υποθετική (ば)
押し立てれば