める

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στριμώχνω (σε κουτί, τσάντα, κ.λπ.), πακετάρω
  2. 02 ωθώ (κάποιον) σε γωνία, φέρνω σε δύσκολη θέση
  3. 03 συμπυκνώνω, διατυπώνω συνοπτικά, συνοψίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
押し詰める
Παρόν (ευγενικό)
押し詰めます
Άρνηση (απλή)
押し詰めない
Άρνηση (ευγενική)
押し詰めません
Παρελθόν (απλό)
押し詰めた
Παρελθόν (ευγενικό)
押し詰めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
押し詰めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
押し詰めませんでした
Τε-μορφή
押し詰めて
Δυνητική
押し詰められる
Προστακτική
押し詰めろ
Βουλητική
押し詰めよう
Υποθετική (ば)
押し詰めれば