かく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατώ κάτι επτασφράγιστο μυστικό, αποκρύπτω (την αλήθεια, τον πόνο κάποιου κ.λπ.), διατηρώ κρυμμένο

Κλίση

Παρόν (απλό)
押し隠す
Παρόν (ευγενικό)
押し隠します
Άρνηση (απλή)
押し隠さない
Άρνηση (ευγενική)
押し隠しません
Παρελθόν (απλό)
押し隠した
Παρελθόν (ευγενικό)
押し隠しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
押し隠さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
押し隠しませんでした
Τε-μορφή
押し隠して
Δυνητική
押し隠せる
Προστακτική
押し隠せ
Βουλητική
押し隠そう
Υποθετική (ば)
押し隠せば