押捺
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σφράγιση, αποτύπωση, θέσιμο σφραγίδας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 押捺する
- Παρόν (ευγενικό)
- 押捺します
- Άρνηση (απλή)
- 押捺しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 押捺しません
- Παρελθόν (απλό)
- 押捺した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 押捺しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 押捺しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 押捺しませんでした
- Τε-μορφή
- 押捺して
- Δυνητική
- 押捺できる
- Προστακτική
- 押捺しろ
- Βουλητική
- 押捺しよう
- Υποθετική (ば)
- 押捺すれば
- Υποθετική (たら)
- 押捺したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 押捺したい
- Απαγορευτική (~な)
- 押捺するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 押捺しなさい
- Παθητική
- 押捺される
- Αιτιατική
- 押捺させる