担になう

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταφέρω στον ώμο μου, επωμίζομαι, φέρω, σηκώνω
  2. 02 επωμίζομαι (ένα βάρος, μια ευθύνη κ.λπ.), αναλαμβάνω

Παραδείγματα

  • 私わたしは役割やくわりを担にないます。

    Αναλαμβάνω έναν ρόλο.

  • 新あたらしいプロジェクトの責任せきにんを担にないます。

    Αναλαμβάνω την ευθύνη για το νέο πρότζεκτ.

  • 彼かれは、この地域ちいきの発展はってんを担になう重要じゅうような役割やくわりを期待きたいされています。

    Αναμένεται να επωμιστεί έναν κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη αυτής της περιοχής.

Κλίση

Παρόν (απλό)
担う
Παρόν (ευγενικό)
担います
Άρνηση (απλή)
担わない
Άρνηση (ευγενική)
担いません
Παρελθόν (απλό)
担った
Παρελθόν (ευγενικό)
担いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
担わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
担いませんでした
Τε-μορφή
担って
Δυνητική
担える
Προστακτική
担え
Βουλητική
担おう
Υποθετική (ば)
担えば