かつ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταφέρω κάτι έξω από έναν χώρο
  2. 02 αναδεικνύω κάποιον σε υψηλή θέση, πείθω κάποιον να αναλάβει ένα αξίωμα (συχνά μέσω κολακείας)
  3. 03 αναφέρω κάτι, ανοίγω μια συζήτηση, θίγω ένα θέμα, εγείρω ένα ζήτημα, αναφέρω

Κλίση

Παρόν (απλό)
担ぎ出す
Παρόν (ευγενικό)
担ぎ出します
Άρνηση (απλή)
担ぎ出さない
Άρνηση (ευγενική)
担ぎ出しません
Παρελθόν (απλό)
担ぎ出した
Παρελθόν (ευγενικό)
担ぎ出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
担ぎ出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
担ぎ出しませんでした
Τε-μορφή
担ぎ出して
Δυνητική
担ぎ出せる
Προστακτική
担ぎ出せ
Βουλητική
担ぎ出そう
Υποθετική (ば)
担ぎ出せば