かつ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταφέρω σε (ειδικά τραυματισμένο άτομο σε νοσοκομείο), εισάγω, φέρνω μέσα

Κλίση

Παρόν (απλό)
担ぎ込む
Παρόν (ευγενικό)
担ぎ込みます
Άρνηση (απλή)
担ぎ込まない
Άρνηση (ευγενική)
担ぎ込みません
Παρελθόν (απλό)
担ぎ込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
担ぎ込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
担ぎ込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
担ぎ込みませんでした
Τε-μορφή
担ぎ込んで
Δυνητική
担ぎ込める
Προστακτική
担ぎ込め
Βουλητική
担ぎ込もう
Υποθετική (ば)
担ぎ込めば