たん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασφάλεια, εγγύηση, εξασφάλιση, υποθήκη
  2. 02 εγγύηση (π.χ. ασφάλειας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
担保する
Παρόν (ευγενικό)
担保します
Άρνηση (απλή)
担保しない
Άρνηση (ευγενική)
担保しません
Παρελθόν (απλό)
担保した
Παρελθόν (ευγενικό)
担保しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
担保しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
担保しませんでした
Τε-μορφή
担保して
Δυνητική
担保できる
Προστακτική
担保しろ
Βουλητική
担保しよう
Υποθετική (ば)
担保すれば