たんがい

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 που δεν είναι υπεύθυνος (π.χ. για μια σχολική τάξη, στην περίπτωση καθηγητών μουσικής, καλλιτεχνικών κ.λπ.)