拉丁ラテン

ουσιαστικό, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία συνήθως γραμμένο με κάνα λατινικά (γλώσσα)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα λατινοαμερικανικός, λατινικός, λατίνος
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα λατινικός (δηλαδή σχετικός με τη λογοτεχνία, τον πολιτισμό κ.λπ. της αρχαίας Ρώμης), ρωμαϊκός