ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό απάγω, απαγάγω
  2. 02 αργκό σέρνω κάποιον σε μια εκδήλωση ή μέρος, αναγκάζω κάποιον να πάει κάπου

Κλίση

Παρόν (απλό)
拉致る
Παρόν (ευγενικό)
拉致ります
Άρνηση (απλή)
拉致らない
Άρνηση (ευγενική)
拉致りません
Παρελθόν (απλό)
拉致った
Παρελθόν (ευγενικό)
拉致りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
拉致らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
拉致りませんでした
Τε-μορφή
拉致って
Δυνητική
拉致れる
Προστακτική
拉致れ
Βουλητική
拉致ろう
Υποθετική (ば)
拉致れば