拍出
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποβολή (π.χ. καρδιακή παροχή)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 拍出する
- Παρόν (ευγενικό)
- 拍出します
- Άρνηση (απλή)
- 拍出しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 拍出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 拍出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 拍出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 拍出しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 拍出しませんでした
- Τε-μορφή
- 拍出して
- Δυνητική
- 拍出できる
- Προστακτική
- 拍出しろ
- Βουλητική
- 拍出しよう
- Υποθετική (ば)
- 拍出すれば
- Υποθετική (たら)
- 拍出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 拍出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 拍出するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 拍出しなさい
- Παθητική
- 拍出される
- Αιτιατική
- 拍出させる